Κάπνισμα, σωματική αδράνεια, διατροφή, σωματικό βάρος, υπέρταση και διαβήτης βρίσκονται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο των συστάσεων για τη μείωση του κινδύνου άνοιας. Η πρόληψη, όμως, ενδέχεται να μην αποτελεί αποκλειστικά υπόθεση προσωπικών επιλογών και ατομικής υγείας.
Επιστημονικό άρθρο θέσης εξετάζει το ζήτημα μέσα από ένα ευρύτερο κοινωνικοοικολογικό μοντέλο, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τα χαρακτηριστικά και τις συνήθειες του ατόμου, αλλά και τις κοινωνικές σχέσεις, την κοινότητα, το περιβάλλον και τις ευρύτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.
Οι ερευνητές χαρτογράφησαν συνολικά 61 δυνητικά τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου και προστασίας που έχουν συνδεθεί με την άνοια. Το αποτέλεσμα ήταν ενδεικτικό της κατεύθυνσης που έχει ακολουθήσει έως σήμερα η επιστημονική έρευνα: 49 από τους 61 παράγοντες, δηλαδή το 80%, αφορούσαν το ατομικό επίπεδο.
Όπως επισημαίνει ο Σπύρος Ευθυμιόπουλος, Καθηγητής Νευροβιολογίας στο Τμήμα Βιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, αυτή η έμφαση ενδέχεται να αφήνει στο περιθώριο κοινωνικές, περιβαλλοντικές και δομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις δυνατότητες διατήρησης της εγκεφαλικής υγείας σε όλη τη διάρκεια της ζωής.
Η έρευνα εστιάζει κυρίως στο άτομο
Στους ατομικούς παράγοντες περιλαμβάνονται συνήθειες όπως το κάπνισμα, η κατανάλωση αλκοόλ, η έλλειψη άσκησης, ο ύπνος και η ποιότητα της διατροφής, αλλά και προβλήματα υγείας όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, η απώλεια ακοής και τα καρδιαγγειακά νοσήματα. Στην ίδια κατηγορία εντάσσονται και ψυχολογικοί παράγοντες, όπως η κατάθλιψη και το άγχος.
Η εικόνα δεν άλλαξε σημαντικά όταν οι ερευνητές περιόρισαν την ανάλυση σε 14 καθιερωμένους τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου: οι 11, ποσοστό 79%, εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο ατομικό επίπεδο.
Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το 80% του κινδύνου εμφάνισης άνοιας οφείλεται στις προσωπικές συνήθειες ή στα προβλήματα υγείας ενός ανθρώπου. Η ανάλυση κατέγραψε πόσοι παράγοντες ανήκουν σε κάθε κατηγορία και όχι πόσο συμβάλλει ο καθένας στον συνολικό κίνδυνο.
Επομένως, τα ποσοστά αποτυπώνουν κυρίως το πού έχει στραφεί μέχρι σήμερα το ενδιαφέρον της έρευνας.
Από τη μοναξιά μέχρι τη γειτονιά που ζούμε
Η παρουσία κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στη βιβλιογραφία ήταν σαφώς μικρότερη. Μόλις δύο από τους 61 παράγοντες ταξινομήθηκαν ως διαπροσωπικοί, τρεις ως κοινοτικοί και επτά ως κοινωνικοί.
Σε αυτές τις κατηγορίες εντάσσονται ζητήματα όπως οι κοινωνικές σχέσεις, η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση, αλλά και η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ασφάλεια και τα χαρακτηριστικά της γειτονιάς, η εκπαίδευση, το επάγγελμα, το εισόδημα και γενικότερα οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες.
Τα όρια μεταξύ αυτών των κατηγοριών, πάντως, δεν είναι πάντα σαφή. Μια συμπεριφορά που καταγράφεται ως ατομικός παράγοντας μπορεί στην πραγματικότητα να επηρεάζεται έντονα από το περιβάλλον.
Για παράδειγμα, οι δυνατότητες για σωματική άσκηση μπορεί να εξαρτώνται από τον σχεδιασμό και την ασφάλεια μιας γειτονιάς, ενώ η ποιότητα της διατροφής επηρεάζεται και από την πρόσβαση σε συγκεκριμένα τρόφιμα. Αντίστοιχα, η αντιμετώπιση της υπέρτασης ή της απώλειας ακοής συνδέεται και με την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας.
Η υγεία του εγκεφάλου διαμορφώνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής
Σύμφωνα με την προσέγγιση των ερευνητών, οι ευρύτερες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγαλώνει και ζει ένας άνθρωπος μπορούν να επηρεάσουν την υγεία του πολύ πριν εμφανιστεί μια ασθένεια.
Η εκπαίδευση, η εργασία, οι οικονομικές δυνατότητες, η πρόσβαση στην περίθαλψη και το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον αποτελούν παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν, άμεσα ή έμμεσα, την έκθεση σε γνωστούς κινδύνους για την άνοια.
Η ατμοσφαιρική ρύπανση, για παράδειγμα, έχει συσχετιστεί με μηχανισμούς που σχετίζονται με τον κίνδυνο άνοιας, ενώ τα χαρακτηριστικά μιας γειτονιάς μπορούν να διευκολύνουν ή να δυσκολεύουν τόσο τη σωματική δραστηριότητα όσο και την κοινωνική συμμετοχή. Παράλληλα, η μοναξιά και η κοινωνική απομόνωση έχουν επίσης συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο.
Οι συσχετίσεις αυτές, ωστόσο, δεν αποτελούν απόδειξη αιτιότητας. Η συγκεκριμένη εργασία δεν αποδεικνύει ότι η αλλαγή ενός κοινωνικού ή περιβαλλοντικού παράγοντα μπορεί από μόνη της να αποτρέψει την εμφάνιση άνοιας.
Τι γνωρίζουμε για την πρόληψη
Οι συγγραφείς διαχωρίζουν ουσιαστικά τρία επίπεδα επιστημονικής τεκμηρίωσης. Υπάρχουν σημαντικά δεδομένα που συνδέουν συμπεριφορικούς, κλινικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες με τον κίνδυνο άνοιας. Λιγότερα είναι τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η τροποποίηση αυτών των παραγόντων οδηγεί πράγματι σε καλύτερες γνωστικές εκβάσεις, ενώ ακόμη πιο περιορισμένα είναι τα δεδομένα για την αποτελεσματικότητα παρεμβάσεων σε επίπεδο ολόκληρου του πληθυσμού.
Γι’ αυτό και οι ερευνητές δεν υποστηρίζουν ότι κάθε κοινωνική ή πολιτική παρέμβαση μπορεί να προλάβει την άνοια. Προτείνουν, όμως, η επιστημονική έρευνα να διευρύνει το πεδίο της και να εξετάζει συστηματικότερα παράγοντες όπως το περιβάλλον της γειτονιάς, οι χώροι πρασίνου, η ρύπανση, οι κοινωνικοοικονομικές συνθήκες και η κοινωνική συνδεσιμότητα.
Η πρόληψη της άνοιας, με άλλα λόγια, μπορεί να χρειάζεται μια ευρύτερη οπτική: οι προσωπικές επιλογές και η αντιμετώπιση των προβλημάτων υγείας παραμένουν σημαντικές, αλλά πραγματοποιούνται μέσα σε ένα κοινωνικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο που μπορεί να διευκολύνει ή να περιορίζει τις επιλογές αυτές.
Η καλύτερη κατανόηση της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους ατομικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες αποτελεί ένα από τα επόμενα βήματα για την ανάπτυξη πιο ολοκληρωμένων στρατηγικών πρόληψης της άνοιας.
Πηγή: iatronet.gr







