Η εξάρτηση από αλκοόλ, η οποία στη σύγχρονη κλινική ορολογία εντάσσεται στη διαταραχή χρήσης αλκοόλ, αναγνωρίζεται ως χρόνια, υποτροπιάζουσα και πολυπαραγοντική κατάσταση, όπου επηρεάζονται η σωματική υγεία, η ψυχική λειτουργία, η οικογενειακή συνοχή και η κοινωνική συμμετοχή. Δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί ως απλή έλλειψη βούλησης, διότι η επαναλαμβανόμενη κατανάλωση αλκοόλ συνδέεται με νευροβιολογικές μεταβολές στα συστήματα ανταμοιβής, άγχους και αυτορρύθμισης. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, το αλκοόλ αποτελεί τοξική και ψυχοδραστική ουσία με δυνατότητα πρόκλησης εξάρτησης, ενώ η βλαπτική χρήση του συνδέεται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα διεθνώς (World Health Organization [WHO], 2024). Επομένως, η θεραπευτική προσέγγιση απαιτείται να είναι συνεχής, εξατομικευμένη και τεκμηριωμένη, με βασικό στόχο όχι μόνο τη διακοπή ή τη μείωση της κατανάλωσης, αλλά και την πρόληψη της υποτροπής.
Από την Κωνσταντίνα – Μαρία Αλεξοπούλου, Ψυχολόγο – Ψυχοθεραπεύτρια
Θεραπευτικές παρεμβάσεις
Η αποτελεσματική θεραπεία βασίζεται σε συνδυασμό φαρμακολογικών, ψυχοθεραπευτικών και κοινωνικών παρεμβάσεων. Στη φαρμακευτική αντιμετώπιση έχουν τεκμηριωθεί κυρίως η ναλτρεξόνη και η ακαμπροσάτη, οι οποίες χρησιμοποιούνται με διαφορετική κλινική στόχευση. Η ναλτρεξόνη συνδέεται περισσότερο με τη μείωση της έντονης κατανάλωσης και της ανταμοιβής που προκαλείται από το αλκοόλ, ενώ η ακαμπροσάτη αξιοποιείται κυρίως για τη διατήρηση της αποχής μετά την αρχική διακοπή. Σε πρόσφατη συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση διαπιστώθηκε ότι οι φαρμακοθεραπείες αυτές μπορούν να βελτιώσουν ουσιωδώς τα αποτελέσματα κατανάλωσης σε σύγκριση με το εικονικό φάρμακο, χωρίς όμως να καταργείται η ανάγκη για ψυχοκοινωνική παρακολούθηση (McPheeters et al., 2023). Παράλληλα, η δισουλφιράμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε επιλεγμένες περιπτώσεις υψηλού κινήτρου και υπό εποπτεία, επειδή η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συμμόρφωση και την ασφαλή ιατρική παρακολούθηση.
Στο ψυχοθεραπευτικό πεδίο, η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία θεωρείται μία από τις πλέον μελετημένες παρεμβάσεις. Μέσω αυτής εντοπίζονται τα ερεθίσματα υψηλού κινδύνου, αναδομούνται δυσλειτουργικές πεποιθήσεις, εκπαιδεύεται η διαχείριση της επιθυμίας για κατανάλωση και ενισχύονται δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων. Η σύγχρονη βιβλιογραφία υποστηρίζει ότι η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία παρουσιάζει τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, ιδίως όταν προσαρμόζεται στις ανάγκες, τα κίνητρα και το κοινωνικό πλαίσιο του θεραπευόμενου (Magill et al., 2023). Η θεραπεία κινητοποίησης, οι παρεμβάσεις ενσυνειδητότητας, η οικογενειακή υποστήριξη και οι ομάδες αμοιβαίας βοήθειας μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ενισχυτικά, ιδίως όταν η θεραπεία δεν περιορίζεται σε σύντομη αποτοξίνωση, αλλά συνεχίζεται σε φάση αποκατάστασης. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη θεραπευτική συμμαχία, διότι η ντροπή και το στίγμα συχνά καθυστερούν την αναζήτηση βοήθειας και μειώνουν τη συνέπεια στην παρακολούθηση.
Πρόληψη υποτροπών
Η υποτροπή δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται ως πλήρης αποτυχία της θεραπείας, αλλά ως κλινικό συμβάν που χρειάζεται άμεση επανεκτίμηση, επειδή η πορεία της ανάρρωσης χαρακτηρίζεται συχνά από περιόδους σταθεροποίησης και αυξημένης ευαλωτότητας. Η πρόληψή της στηρίζεται στην αναγνώριση παραγόντων κινδύνου, όπως η έκθεση σε κοινωνικά περιβάλλοντα κατανάλωσης, η έντονη συναισθηματική δυσφορία, η αϋπνία, η συννοσηρή κατάθλιψη ή αγχώδης διαταραχή, η χαμηλή αυτοαποτελεσματικότητα και η ανεπαρκής κοινωνική υποστήριξη. Για τον λόγο αυτό, απαιτείται να καταρτίζεται γραπτό σχέδιο πρόληψης υποτροπής, στο οποίο προσδιορίζονται τα προειδοποιητικά σημεία, τα διαθέσιμα πρόσωπα υποστήριξης, οι εναλλακτικές συμπεριφορές και τα βήματα επικοινωνίας με επαγγελματία υγείας. Το σχέδιο αυτό είναι πιο λειτουργικό όταν επανεξετάζεται τακτικά και όταν δεν αντιμετωπίζεται ως στατικό έγγραφο, αλλά ως δυναμικό εργαλείο αυτορρύθμισης.
Οι νεότερες θεραπευτικές κατευθύνσεις δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην εξατομίκευση. Η διαταραχή χρήσης αλκοόλ δεν εμφανίζεται με ενιαίο προφίλ σε όλους τους ασθενείς, ούτε με σταθερή ανταπόκριση στις ίδιες παρεμβάσεις, άρα η επιλογή θεραπείας πρέπει να καθορίζεται από τον βαθμό εξάρτησης, το ιστορικό υποτροπών, την παρουσία ηπατικής νόσου, την ψυχιατρική συννοσηρότητα, το οικογενειακό πλαίσιο και τον στόχο του ατόμου, δηλαδή αποχή ή ουσιαστική μείωση της κατανάλωσης. Πρόσφατες ανασκοπήσεις επισημαίνουν ότι, πέρα από τις εγκεκριμένες θεραπείες, διερευνώνται νεότεροι ή επανατοποθετημένοι φαρμακευτικοί παράγοντες, χωρίς όμως να πρέπει να αντικαθίσταται η κλινική προσοχή στην ασφάλεια, στη συμμόρφωση και στην ψυχοκοινωνική φροντίδα (Burnette et al., 2022). Παράλληλα, το NIAAA τονίζει ότι η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει συμπεριφορικές παρεμβάσεις, φαρμακευτική αγωγή και ομάδες υποστήριξης, μόνες ή συνδυαστικά, επειδή καμία λύση δεν είναι καθολικά κατάλληλη για όλους τους ασθενείς (National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism [NIAAA], 2025).
Συμπεράσματα
Συμπερασματικά, η εξάρτηση από αλκοόλ απαιτείται να αντιμετωπίζεται ως χρόνια και θεραπεύσιμη διαταραχή, στην οποία η αποτοξίνωση αποτελεί μόνο αρχικό στάδιο και όχι ολοκληρωμένη θεραπεία. Η πρόληψη υποτροπών επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα όταν συνδυάζονται φαρμακευτικές επιλογές, ψυχοθεραπεία, συνεχής παρακολούθηση, ενίσχυση κοινωνικής υποστήριξης και περιορισμός της διαθεσιμότητας αλκοόλ στο περιβάλλον του ατόμου. Σε επίπεδο δημόσιας υγείας, απαιτούνται τεκμηριωμένες πολιτικές πρόληψης, έγκαιρος εντοπισμός και προσβάσιμες υπηρεσίες θεραπείας, όπως υπογραμμίζεται και στην πρόσφατη παγκόσμια έκθεση του WHO για το αλκοόλ και τις υπηρεσίες αντιμετώπισης διαταραχών χρήσης ουσιών (WHO, 2024). Η πλέον αξιόπιστη προσέγγιση είναι επομένως βιοψυχοκοινωνική, συνεχής και εξατομικευμένη, ώστε η υποτροπή να προλαμβάνεται συστηματικά και η ανάρρωση να υποστηρίζεται μακροπρόθεσμα.
Αναφορές
Burnette, E. M., Nieto, S. J., Grodin, E. N., Meredith, L. R., Hurley, B., Miotto, K., Gillis, A. J., & Ray, L. A. (2022). Novel agents for the pharmacological treatment of alcohol use disorder. Drugs, 82, 251–274. https://doi.org/10.1007/s40265-021-01670-3
Magill, M., Kiluk, B. D., & Ray, L. A. (2023). Efficacy of cognitive behavioral therapy for alcohol and other drug use disorders: Is a one-size-fits-all approach appropriate? Substance Abuse and Rehabilitation, 14, 1–11. https://doi.org/10.2147/SAR.S362864
McPheeters, M., O’Connor, E. A., Riley, S., Kennedy, S. M., Voisin, C., Kuznacic, K., Coffey, C. P., Edlund, M. D., Bobashev, G., & Jonas, D. E. (2023). Pharmacotherapy for alcohol use disorder: A systematic review and meta-analysis. JAMA, 330(17), 1653–1665. https://doi.org/10.1001/jama.2023.19761
National Institute on Alcohol Abuse and Alcoholism. (2025). Recommend evidence-based treatment: Know the options. Retrieved April 25, 2026, from https://www.niaaa.nih.gov/health-professionals-communities/core-resource-on-alcohol/recommend-evidence-based-treatment-know-options
World Health Organization. (2024, June 25). Global status report on alcohol and health and treatment of substance use disorders. Retrieved April 25, 2026, from https://www.who.int/publications/i/item/9789240096745




