Η μητρότητα φαίνεται να επηρεάζει τον ρυθμό της βιολογικής γήρανσης, σύμφωνα με μεγάλη μελέτη από τη Φινλανδία, η οποία δείχνει ότι τόσο οι γυναίκες που αποκτούν πολλά παιδιά όσο και εκείνες που δε γίνονται μητέρες εμφανίζουν σημάδια ταχύτερης βιολογικής φθοράς κι αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας.
Η έρευνα παρακολούθησε συνολικά σχεδόν 15.000 γυναίκες, ενώ για τη βιολογική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν δείγματα αίματος από περισσότερες από 1.000 συμμετέχουσες. Οι επιστήμονες εξέτασαν τη μεθυλίωση του DNA — χημικές «ετικέτες» που προσκολλώνται στο γενετικό υλικό και λειτουργούν ως μοριακό ρολόι, αποτυπώνοντας τη βιολογική ηλικία ανεξάρτητα από τη χρονολογική.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι γυναίκες που είχαν επτά ή περισσότερα παιδιά παρουσίαζαν κύτταρα που έμοιαζαν βιολογικά γηραιότερα από την πραγματική τους ηλικία. Παράλληλα, αυξημένο κίνδυνο θνησιμότητας εμφάνισαν και οι γυναίκες που δεν απέκτησαν ποτέ παιδιά, σε σύγκριση με όσες είχαν δύο ή τρία.
Μητρότητα & Γήρανση: Η θεωρία του αναλώσιμου σώματος
Τα ευρήματα ευθυγραμμίζονται με τη λεγόμενη «θεωρία του αναλώσιμου σώματος» (disposable soma theory), σύμφωνα με την οποία υπάρχει βιολογικό κόστος ανάμεσα στην αναπαραγωγή και στη συντήρηση του οργανισμού. Η εγκυμοσύνη και η μητρότητα συνεπάγονται έντονες ορμονικές μεταβολές, σωματική καταπόνηση και αυξημένο μεταβολικό φορτίο, παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν τη διαδικασία της γήρανσης ακόμη και δεκαετίες αργότερα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι γυναίκες που απέκτησαν παιδιά στα τέλη της δεκαετίας των 20 ή στις αρχές των 30 εμφάνισαν βραδύτερη βιολογική γήρανση και υψηλότερα ποσοστά επιβίωσης. Το εύρημα αυτό συνάδει με τον μέσο χρόνο τεκνοποίησης στη φινλανδική κοινωνία του 20ού αιώνα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα δείχνουν συσχετισμούς και όχι σχέση αιτίου-αποτελέσματος, καθώς γενετικοί, κοινωνικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ενδέχεται να επηρεάζουν τόσο τον αριθμό των παιδιών όσο και τη μακροζωία.
Συνολικά, η μελέτη αναδεικνύει τη σύνθετη και πολυπαραγοντική σχέση μεταξύ μητρότητας και γήρανσης, υποδεικνύοντας ότι τόσο η ατεκνία όσο και η πολυτεκνία μπορεί να συνοδεύονται από βιολογικό κόστος. Αν και τα δύο έως τρία παιδιά φαίνεται να αποτελούν μια «χρυσή τομή», οι προσωπικές επιλογές, οι κοινωνικές συνθήκες και η γενετική προδιάθεση παραμένουν καθοριστικοί παράγοντες για την υγεία και τη μακροζωία των γυναικών.
Πηγή: ygeiamou.gr




















