Ο θηλασμός φαίνεται να συνδέεται με μειωμένο κίνδυνο κατάθλιψης και άγχους στις μητέρες ακόμη και έως 10 χρόνια μετά την εγκυμοσύνη, σύμφωνα με ευρήματα μικρής μελέτης που δημοσιεύτηκε στο BMJ Open.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η προστατευτική αυτή συσχέτιση εμφανίζεται ανεξάρτητα από τη μορφή του θηλασμού, είτε πρόκειται για οποιονδήποτε, είτε για αποκλειστικό, είτε για αθροιστικό θηλασμό διάρκειας τουλάχιστον 12 μηνών. Αν και ο θηλασμός είναι ήδη γνωστό ότι σχετίζεται με χαμηλότερα ποσοστά επιλόχειας κατάθλιψης και άγχους, μέχρι σήμερα δεν ήταν σαφές αν τα οφέλη αυτά μπορούν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.
Θηλασμός: Η μελέτη που αποδεικνύει τα μακροχρόνια οφέλη στην ψυχική υγεία της μητέρας
Για να διερευνήσουν το ζήτημα, οι επιστήμονες παρακολούθησαν επί μία δεκαετία 168 μητέρες που είχαν γεννήσει για δεύτερη φορά και συμμετείχαν στη μελέτη ROLO Longitudinal Birth Cohort Study. Όλες είχαν αποκτήσει παιδί με βάρος γέννησης κάτω των 4 κιλών. Οι ίδιες και τα παιδιά τους υποβλήθηκαν σε ελέγχους στους 3 και 6 μήνες, καθώς και στα 2, 5 και 10 έτη μετά τον τοκετό, με τη μέση ηλικία των μητέρων στη δεκαετία να είναι τα 42 έτη.
Σε κάθε χρονικό σημείο, οι γυναίκες συμπλήρωναν αναλυτικά ερωτηματολόγια υγείας, στα οποία ανέφεραν αν είχαν διαγνωστεί με κατάθλιψη ή άγχος και αν είχαν λάβει σχετική θεραπεία. Παράλληλα, κατέγραφαν παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάζουν την υγεία τους, όπως η διατροφή, η σωματική δραστηριότητα και η κατανάλωση αλκοόλ.
Οι συμμετέχουσες παρείχαν επίσης λεπτομερείς πληροφορίες για τον θηλασμό: αν είχαν θηλάσει ή αντλήσει γάλα για τουλάχιστον μία ημέρα, τη διάρκεια αποκλειστικού θηλασμού, τη συνολική διάρκεια οποιασδήποτε μορφής θηλασμού και αν οι συνολικές περίοδοι θηλασμού ξεπερνούσαν ή όχι τους 12 μήνες.
Θηλασμός και οφέλη: Τα βασικά ευρήματα της σχετικής μελέτης
Σχεδόν τα τρία τέταρτα των γυναικών (73%) ανέφεραν ότι είχαν θηλάσει. Η μέση διάρκεια αποκλειστικού θηλασμού ήταν 5,5 εβδομάδες, ενώ ο συνολικός θηλασμός διήρκεσε κατά μέσο όρο 30,5 εβδομάδες. Πάνω από το ένα τρίτο των συμμετεχουσών (37,5%) δήλωσαν ότι συνολικά θήλασαν για 12 μήνες ή περισσότερο.
Δέκα χρόνια μετά την εγκυμοσύνη, το 13% των γυναικών ανέφεραν κατάθλιψη ή άγχος, ενώ το 21% δήλωσαν ότι είχαν εμφανίσει τέτοια συμπτώματα σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή. Όσες παρουσίαζαν κατάθλιψη ή άγχος στη δεκαετία ήταν, κατά μέσο όρο, νεότερες, λιγότερο σωματικά δραστήριες και είχαν χαμηλότερα επίπεδα ευεξίας στην αρχή της μελέτης.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι γυναίκες με κατάθλιψη και άγχος 10 χρόνια μετά τον τοκετό ήταν λιγότερο πιθανό να έχουν θηλάσει και, όταν το έκαναν, είχαν θηλάσει για μικρότερες χρονικές περιόδους — είτε αποκλειστικά είτε συνολικά.
Επιπλέον, κάθε εβδομάδα αποκλειστικού θηλασμού στη διάρκεια της ζωής μιας γυναίκας συσχετίστηκε με 2% χαμηλότερη πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης και άγχους, ακόμη και αφού λήφθηκαν υπόψη άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για μελέτη παρατήρησης, η οποία δεν μπορεί να αποδείξει αιτιακή σχέση, ωστόσο τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι ο θηλασμός μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα οφέλη και για την ψυχική υγεία των μητέρων.
Πηγές: BMJ Open, iatronet.gr




















