Η ζάχαρη μας αρέσει και ο λόγος είναι καλός. Ο ανθρώπινος οργανισμός εξελίχθηκε ώστε να αναζητά τις γλυκές, ενεργειακά πυκνές τροφές, σε μια εποχή όπου το μέλι ήταν σπάνιο και η καθημερινότητα απαιτούσε έντονη σωματική δραστηριότητα. Σήμερα, όμως, η εύκολη πρόσβαση στη ζάχαρη σε συνδυασμό με την καθιστική ζωή έχει μετατρέψει αυτό το εξελικτικό πλεονέκτημα σε πρόβλημα υγείας.
Όταν η ζάχαρη ακουμπά τη γλώσσα μας, ο εγκέφαλος την αναγνωρίζει άμεσα ως πηγή γρήγορης ενέργειας. Ενεργοποιείται το σύστημα ανταμοιβής και απελευθερώνεται ντοπαμίνη, η «ορμόνη της ευχαρίστησης», γεγονός που εξηγεί γιατί μας είναι τόσο δύσκολο να αντισταθούμε. Ωστόσο, δεν αντιλαμβάνονται όλοι τη γλυκιά γεύση με τον ίδιο τρόπο. Έρευνες έχουν δείξει ότι η γενετική παίζει ρόλο στην ευαισθησία στη ζάχαρη, αν και δεν είναι σαφές αν αυτό επηρεάζει τελικά την ποσότητα που καταναλώνουμε.

Σημαντικό ρόλο παίζει και το είδος της ζάχαρης. Η γλυκόζη, που προέρχεται κυρίως από αμυλούχους υδατάνθρακες, προκαλεί την έκκριση ινσουλίνης, η οποία βοηθά το σώμα να τη χρησιμοποιήσει ή να τη αποθηκεύσει ως ενέργεια ή λίπος. Η φρουκτόζη, που βρίσκεται κυρίως στα φρούτα και στους χυμούς, μεταβολίζεται απευθείας στο ήπαρ και, όταν καταναλώνεται σε περίσσεια, μπορεί επίσης να μετατραπεί σε λίπος. Και οι δύο, σε μεγάλες ποσότητες, αυξάνουν τα τριγλυκερίδια στο αίμα, επιβαρύνοντας την καρδιαγγειακή υγεία.
Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύεται ευρέως, το λεγόμενο «sugar rush» είναι μύθος. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ζάχαρη δεν βελτιώνει τη διάθεση ή τη συγκέντρωση – αντίθετα, συχνά συνδέεται με μεγαλύτερη κόπωση λίγο μετά την κατανάλωση. Το πραγματικό πρόβλημα έρχεται όταν πέφτουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα: τότε αυξάνεται η πείνα και τείνουμε να καταναλώνουμε περισσότερες θερμίδες αργότερα μέσα στη μέρα.
Το πότε και πώς τρώμε ζάχαρη έχει λοιπόν σημασία. Ο οργανισμός μας είναι πιο ευαίσθητος στην ινσουλίνη το πρωί και διαχειρίζεται καλύτερα τα σάκχαρα όταν καταναλώνονται μαζί με πρωτεΐνη, φυτικές ίνες και «καλά» λιπαρά. Οι απότομες αυξομειώσεις της γλυκόζης δεν χρειάζεται να αποφεύγονται πλήρως – είναι φυσιολογικές. Το ζητούμενο είναι να μην είναι υπερβολικές και συνεχείς.
Παράλληλα, η λύση των τεχνητών γλυκαντικών δεν είναι τόσο αθώα όσο φαίνεται. Αν και δεν φαίνεται να προκαλούν άμεσα αυξήσεις ινσουλίνης, υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να επηρεάζουν το μικροβίωμα του στόματος και του εντέρου, με άγνωστες ακόμη μακροπρόθεσμες συνέπειες.
Το συμπέρασμα; Τρώμε περισσότερη ζάχαρη απ’ όση χρειαζόμαστε. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να τη δαιμονοποιήσουμε ή να την εξαλείψουμε. Η μέτρια κατανάλωση, την κατάλληλη ώρα και στο πλαίσιο μιας ισορροπημένης διατροφής, είναι αρκετή για να απολαμβάνουμε τη γλυκιά γεύση χωρίς να πληρώνουμε το τίμημα στην υγεία μας.





















