Τα τελευταία χρόνια, η επιστημονική κοινότητα στρέφει ολοένα και περισσότερο την προσοχή της στις επιπτώσεις της πρόσθετης ζάχαρης στην καρδιαγγειακή υγεία. Νέα δεδομένα υποδεικνύουν ότι ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε ζάχαρη μπορεί να επηρεάζει σημαντικά τους μακροπρόθεσμους κινδύνους για την υγεία.
Το 2024, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Lund δημοσίευσαν νέα ευρήματα σχετικά με την πρόσληψη πρόσθετης ζάχαρης και τη συσχέτισή της με την εμφάνιση διαφόρων καρδιαγγειακών νοσημάτων. Για να εξετάσουν αυτές τις συσχετίσεις, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δεδομένα από δύο μεγάλες μελέτες: τη Swedish Mammography Cohort και την Cohort of Swedish Men. Και οι δύο μελέτες περιλάμβαναν αναλυτικά ερωτηματολόγια διατροφής και παρακολούθησαν τους συμμετέχοντες από το 1997 έως το 2009.

Η ερευνητική ομάδα επεξεργάστηκε τα δεδομένα, αφαιρώντας παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν σύγχυση, όπως ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο και κατέληξε σε ένα εντυπωσιακά μεγάλο δείγμα σχεδόν 70.000 ατόμων.
Στη συνέχεια, ανέλυσαν την κατανάλωση ζάχαρης σε τρεις κατηγορίες: επιδόρπια/επικάλυψη όπως μέλι, γλυκίσματα όπως μπισκότα και αρτοσκευάσματα, και ζαχαρούχα ροφήματα όπως αναψυκτικά. Παράλληλα, κατέγραψαν την εμφάνιση επτά καρδιαγγειακών νοσημάτων: δύο τύπων εγκεφαλικού επεισοδίου, εμφράγματος του μυοκαρδίου, καρδιακής ανεπάρκειας, ανευρύσματος αορτής, κολπικής μαρμαρυγής και στένωσης αορτής.
Οι σχεδόν 70.000 συμμετέχοντες παρακολουθήθηκαν μέχρι τον θάνατό τους ή έως το τέλος της περιόδου παρακολούθησης το 2019. Μέσα σε αυτό το δεκαετές διάστημα, 25.739 άτομα διαγνώστηκαν με κάποιο καρδιαγγειακό νόσημα. Τα δεδομένα αυτών των περιστατικών χρησιμοποιήθηκαν για να αξιολογηθεί πώς κάθε τύπος ζάχαρης μπορεί να επηρεάζει διαφορετικές καρδιαγγειακές παθήσεις.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η κατανάλωση ζαχαρούχων ποτών αποδείχθηκε «χειρότερη για την υγεία από κάθε άλλη μορφή ζάχαρης», καθώς φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο ισχαιμικού εγκεφαλικού, καρδιακής ανεπάρκειας, κολπικής μαρμαρυγής και κοιλιακού ανευρύσματος αορτής.
Μάλιστα, η παραπάνω δεν είναι η μόνη μελέτη που αναδεικνύει τη μεγάλη διαφορά στις επιπτώσεις της πρόσθετης ζάχαρης όταν καταναλώνεται μέσω γλυκισμάτων, όπως κέικ και αρτοσκευάσματα, σε σύγκριση με τα ανθρακούχα ζαχαρούχα ροφήματα.

Το 2025, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Brigham Young δημοσίευσαν μια εκτενή μελέτη που εξέτασε επίσης τις επιδράσεις της διατροφικής πρόσληψης ζάχαρης και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πηγή της ζάχαρης μπορεί να κάνει καθοριστική διαφορά.
Η έρευνά τους περιελάμβανε μια εκτεταμένη μετα-ανάλυση δεδομένων από περισσότερους από 500.000 ανθρώπους σε Ασία, Αυστραλία, Ευρώπη, Λατινική Αμερική και Ηνωμένες Πολιτείες. Τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιήθηκαν για να εξεταστεί η συσχέτιση μεταξύ της ποσότητας πρόσληψης διατροφικής ζάχαρης και της εμφάνισης σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, τα σάκχαρα που περιέχονται σε αναψυκτικά και χυμούς φάνηκαν να συνδέονται σταθερά με υψηλότερα ποσοστά διαβήτη τύπου 2. Αντίθετα, τα φυσικά σάκχαρα, όπως αυτά που βρίσκονται στα ολόκληρα φρούτα, φαίνεται πως μπορεί ακόμη και να προσφέρουν προστατευτική δράση.





















