Το κλάμα εξακολουθεί να θεωρείται από πολλούς ως ένδειξη αδυναμίας. Ωστόσο αυτό το στερεότυπο όπως και το «οι άνδρες δεν κλαίνε» επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε κι εκφράζουμε τα συναισθήματά μας.
Είναι όμως τα δάκρυα αποτέλεσμα λύπης, θυμού, ανακούφισης, νοσταλγίας ή ακόμη και χαράς; Κι αν πράγματι μπορούμε να κλάψουμε από ευτυχία, τι είναι αυτό που συμβαίνει στον εγκέφαλο και το σώμα μας;
Το κλάμα δεν αποτελεί μόνο μια αυθόρμητη συναισθηματική αντίδραση, αλλά έναν πολύπλοκο μηχανισμό έκφρασης, εκτόνωσης κι επικοινωνίας, που συνδέεται άμεσα με την ψυχική και σωματική μας υγεία.
Γιατί οι γυναίκες δακρύζουν πιο εύκολα
Η αλήθεια είναι πως οι γυναίκες φαίνεται να δακρύζουν συχνότερα από τους άνδρες, κάτι που δεν οφείλεται αποκλειστικά στην κοινωνική διαπαιδαγώγηση. Η επιστήμη συνδέει αυτή τη διαφορά και με βιολογικούς παράγοντες, όπως η δράση ορμονών, ανάμεσά τους η προλακτίνη και η τεστοστερόνη. Παράλληλα, οι έντονες ορμονικές μεταβολές που συνοδεύουν την έμμηνο ρύση, την εγκυμοσύνη, τη λοχεία και τη μητρότητα επηρεάζουν σημαντικά τη συναισθηματική κατάσταση πολλών γυναικών.
Κλάμα: Ποια είναι η αλήθεια πίσω από αυτή τη μορφή έκφρασης
Η αιτία συχνά διαφέρει και το χειρότερο ότι πολλές φορές μπορεί απλά να μην τη γνωρίζουμε! Έρευνες δείχνουν πως ουσιαστικά δεν υπάρχουν θετικοί λόγοι για τους οποίους κλαίμε. Το τεκμηριώνουν μάλιστα λέγοντας πως σε μία πολύ ευτυχισμένη στιγμή, συνήθως αναπολούμε μία άλλη λιγότερο ευχάριστη έως και δυσάρεστη προκειμένου ν’ αντισταθμίσουμε τη χαρά.
Για παράδειγμα, είμαστε στο reunion παλιών συμμαθητών και μας πιάνει μία συγκίνηση… δεν κλαίμε από χαρά, τονίζουν οι σχετικές μελέτες, αλλά από λύπη για το χρόνο που χάσαμε με τους συγκεκριμένους ανθρώπους. Για παράδειγμα, αν ανήκεις σ’ εκείνους που κλαίνε σ’ έναν γάμο, οι ψυχολόγοι λένε ότι πολύς κόσμος κλαίει όχι από συγκίνηση ή χαρά αλλά λόγω του ότι συνειδητοποιεί πως μία ανέμελη, χωρίς πολλές ευθύνες και δεσμεύσεις φάση της ζωής τελειώνει.
Μία άλλη θεωρία ωστόσο μας θέλει να κλαίμε όντως από χαρά, στην προσπάθειά μας να τη διαχειριστούμε. Όλος αυτός ο πανικός ή έστω η αδυναμία να διαχειριστούμε ακόμη και τα θετικά συναισθήματα, μάς οδηγεί να βάλουμε τα κλάματα.
Κλάμα & Οφέλη: Ο στόχος είναι η συναισθηματική λειτουργία
Το ζήτημα είναι να νιώθουμε καλά και να παραμένουμε άνθρωποι με όλες τις φυσιολογικές συναισθηματικές λειτουργίες. Έχετε φανταστεί πόσο χειρότερο θα ήταν αν δε μπορούσαμε να κλάψουμε; Το ίδιο άσχημο με το να θέλεις να δείξεις την αγάπη σου και να μη μπορείς.
Οκτώ στους δέκα ανθρώπους που βάζουν τα κλάματα, ακόμη και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, μετά δηλώνουν πως αισθάνονται πολύ καλύτερα. Όπως το γέλιο έτσι και το κλάμα “καθαρίζει” τις τοξίνες από τον οργανισμό, “αδειάζει” το μυαλό από τις αρνητικές σκέψεις και προσφέρει καλύτερη υγεία. Ειδικότερα όμως, σύμφωνα μ’ έρευνες του Tilburg University στην Ολλανδία, το κλάμα…
- Τονώνει το παρασυμπαθητικό του νευρικού συστήματος, ενισχύοντας το αίσθημα της χαλάρωσης.
- Απελευθερώνει οπιοειδή, δηλαδή όλα εκείνα τα φυσικά χημικά που μας κάνουν να νιώθουμε χαρούμενοι, ήρεμοι κι ευτυχισμένοι.
- Απελευθερώνει επίσης την ωκυτοκίνη, ορμόνη που συνδέεται με τη δοτικότητα, το δέσιμο, την πίστη- εμπιστοσύνη και τη μείωση του stress.
Το μεγαλύτερο όμως πλεονέκτημα εκτιμούν πως έρχεται από την αγάπη και τη συμπόνοια- όχι τον οίκτο- που δείχνουν οι δικοί μας κι όχι μόνο άνθρωποι όταν μας δουν σε μία τέτοια κατάσταση. Τότε συνειδητοποιούμε πόσο σημαντικές είναι οι ανθρώπινες σχέσεις κι οι δεσμοί που αναπτύσσουμε με τους γύρω μας.
Τέλος κλινικοί ψυχολόγοι τονίζουν ότι το να καταπιέζουμε συνεχώς αυτά που νιώθουμε, από φόβο μη δείξουμε αδυναμία ή έστω στη σκέψη ότι δεν πρέπει εδώ, όχι μπροστά σ’ εκείνον ή εκείνη κτλ, μειώνει τα επίπεδα της ενέργειας στο σώμα, αποδυναμώνει σταδιακά το ανοσοποιητικό σύστημα και μπορεί τελικά να κάνει χειρότερο κακό ΚΑΙ στη σωματική μας υγεία. Πέρα από την ψυχολογική που δε θα πρέπει σε καμία περίπτωση να υποτιμούμε. Αντίθετα να τη θέτουμε ως προτεραιότητα.





